Ελεύθεροι Επαγγελματίες


Πρόγραμμα Ενίσχυσης Επιστημόνων - Ελεύθερων Επαγγελματιών ... περισσότερα...
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ


ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Εκτύπωση E-mail

 


Απόφαση με θέμα: « Ορισμός περιοχών στις οποίες επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και άλλες Κυριακές πέραν των αναφερομένων στην παρ.1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013 Εκτύπωση

ΑΔΑ : ΒΛ1Ψ7Λ7-00Λ

Παλλήνη  5/11/2013

Αριθμ.Πρωτ :οικ 215725/989

ΘΕΜΑ: « Ορισμός περιοχών στις οποίες επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και άλλες Κυριακές

πέραν των αναφερομένων στην παρ.1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Έχοντας υπόψη :

1.Το Ν. 3852/7-06-2010 (ΦΕΚ87/07/06/2010 Α΄) Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης

2.Τον Οργανισμό της Εσωτερικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας Αττικής , όπως τροποποιήθηκε με την Υπ.Απ. 44403/4-11-2011 (ΦΕΚ 2494 Β΄/2011) και ισχύει

3. Το Ν. 4177/08-08-2013 (ΦΕΚ 173/08-08-2013 Α’) «Κανόνες ρύθμισης της αγοράς και της παροχής υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» και ιδίως τα άρθρα 15 και 16 αυτού.

4. Τις διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 1892/1990 , όπως ισχύει και του άρθρου 14 του Ν.2194/1994

5. Το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4177/2013 , ορίζονται με απόφαση Αντιπεριφερειάρχη οι περιοχές στις οποίες επιτρέπεται η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων, πέραν των επτά καθοριζομένων από το Νόμο Κυριακών, εξαιρουμένων των καταστημάτων που σαφώς ορίζονται στον ανωτέρω νόμο.

6. Τις τοπικές ιδιαιτερότητες των περιοχών χωρικής αρμοδιότητάς μας όπως αυτές αποτυπώθηκαν στη διαβούλευση που προηγήθηκε με τους τοπικούς φορείς και στα έγγραφα που περιήλθαν στην Υπηρεσία μας σχετικά με το θέμα σε συνάρτηση του καθεστώτος λειτουργίας των καταστημάτων , που επικρατεί σήμερα στις περιοχές της Ανατολικής Αττικής

7 Το γεγονός ότι

Α) οι περιοχές του πρώην Δήμου Λαυρεωτικής ( και ήδη Δημοτική Ενότητα Λαυρεωτικής του Δήμου Λαυρεωτικής), του Δήμου Μαρκοπούλου Μεσογαίας, της πρώην Κοινότητας Αναβύσσου (και ήδη Δημοτική Ενότητας Αναβύσσου του Δήμου Σαρωνικού) , του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, του πρώην Δήμου Καλάμου   ( και ήδη Δημοτικής Ενότητας Καλάμου του Δήμου Ωρωπού), των πρώην Δήμων Μαραθώνος και Νέας Μάκρης (και ήδη Δημοτικών Ενοτήτων Μαραθώνος και Νέας Μάκρης του Δήμου Μαραθώνα), καθώς και η περιοχή Λαγονησίου της πρώην Κοιν. Καλυβίων Αττικής και ήδη Δήμου Σαρωνικού έχουν ανακηρυχθεί ως τουριστικοί τόποι με τα Προεδρικά Διατάγματα 899/1976 και 664/1977 (ΦΕΚ 329 Α/1976 και ΦΕΚ 222Α/1977 αντίστοιχα).

Β) οι υπόλοιπες παράκτιες Δημοτικές Κοινότητες χωρικής αρμοδιότητας Ανατολικής Αττικής παρουσιάζουν αυξημένη τουριστική κίνηση και επισκεψιμότητα καθ΄όλη τη διάρκεια του έτους

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Επιτρέπουμε την προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων  και  όλες τις άλλες Κυριακές πέραν των επτά
 εκ του νόμου καθοριζομένων στις περιοχές που αναφέρονται στην παρ. 7 του σκεπτικού της παρούσας απόφασης
υπό τις εξαιρέσεις που ρητά ορίζονται στην παρ. 2  περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ του αρθρ. 16 του Ν. 4177/2013.

Το πλαίσιο ωραρίου καθορίζεται από την παρ.3 του αρθ 16 του ιδίου Νόμου.

Η ισχύς της απόφασης αυτής ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.2 του Ν. 4177/2013.

Η παρούσα να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Από τις διατάξεις της παρούσας, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού προϋπολογισμού, ούτε του προϋπολογισμού της Περιφέρειας Αττικής.

Η ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΚΙΣΚΗΡΑ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ



Τηλέφωνο: 213 2005122, 213 2005123
Fax: 213 2005105
e-mail:  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Πριν εκτυπώσετε αυτό το άρθρο, σκεφθείτε το περιβάλλον!


 

 

 
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Εκτύπωση E-mail
Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 /* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Κανονικός πίνακας"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:10.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:#0400; mso-fareast-language:#0400; mso-bidi-language:#0400;}

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΤΟΠΟΣ: ΑΘΗΝΑ

Αριθμ. Απόφασης: 1545

Έτος: 2008

Περίληψη

Ασφάλιση ΙΚΑ – Ασφάλιση απασχολούμενων σε οικοδομικά και τεχνικά έργα – Αναδρομική επιβολή ασφαλιστικών εισφορών – Συνταγματικότητα ρύθμισης – Σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού ασφαλιστικών εισφορών – Αντισυνταγματικότητα διατάξεων άρθρου 23 ν. 2434/1996 – Είναι συνταγματικά επιτρεπτή η αναδρομική επιβολή ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η αναδρομική ρύθμιση του τρόπου υπολογισμού τους. Η καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη (ως προς τον χρόνο, είδος και αμοιβή) απασχόληση ορισμένου προσωπικού. Η θέσπιση συστήματος προσδιορισμού των εισφορών με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ανταποκρινόμενα στα δεδομένα της κοινής πείρας είναι επιτρεπτή υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να παρέχεται και στον εργοδότη η δυνατότητα ανταπόδειξης, εφόσον τηρεί επακριβώς τα απαιτούμενα από την ασφαλιστική νομοθεσία στοιχεία. Επί εισφορών για οικοδομικά έργα, πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ότι απασχόλησε συγκεκριμένους εργαζομένους, για συγκεκριμένες ημέρες εργασίας, που ο αριθμός τους μπορεί και να υπολείπεται εκείνου, που προκύπτει από την εφαρμογή του συστήματος υπολογισμού των ελάχιστων καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών. Η διάταξη του άρθρου 23 ν. 2434/1996, που προβλέπει δυνατότητα ανταπόδειξης μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι αντισυνταγματική (Αντίθετη μειοψηφία).

 

 

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 1545/2008

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος Πρόεδρος, Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σακελλαρίου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Ν. Ρόζος, Αθ. Ράντος, Ελ. Δανδουλάκη, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Στ. Χαράλαμπους, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαρόπουλου, Α. Χριστοφορίδου, Κ. Βιολάρης, Μ. - Ε. Κωνσταντινίδου, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.- Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Αναγνωστοπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Δ. Γρατσιάς, Σύμβουλοι, Μ. Σωτηροπούλου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι, Γραμματέας η Γ. Σακελλαρίου. Για να δικάσει την από 13 Νοεμβρίου 2001 αίτηση:

 

του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Ι.Κ.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Α.Κ. αριθμ.*) το οποίο παρέστη με τους 1. Βασ. Σουλιώτη Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2. Χαρ. Μπρισκόλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

και του παρεμβαίνοντος Σωματείου με την επωνυμία «Ομοσπονδία Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων Ελλάδος» (Ο.Ο.Σ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (Π.Κ. *), το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Ι. Γουσέτη (Α.Μ. 2340), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

 

κατά των: 1. … 2. … 3. Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «… Ο.Ε.» που εδρεύει στην Τρίπολη, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Σπ. Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.

 

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1039/2006 αποφάσεως του Ά Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

 

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 446/2000 απόφαση του διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον Εισηγητή Σύμβουλο Ε. Αντωνόπουλο.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους εκπροσώπους του αναιρεσείοντος Ιδρύματος και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος σωματείου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και παρεμβάσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλητών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 

Σκέφτηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά τον νόμο η καταβολή παράβολου (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/98 Ά 31)

2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 446/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. κατά της υπ’ αριθμ. 173/1997 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Με την πρωτόδικο απόφαση, μετά συνεκδίκαση προσφυγών, η μεν προσφυγή του Ι.Κ.Α. απερρίφθη, έγινε δε δεκτή η προσφυγή των αναιρεσιβλητών, μεταρρυθμίσθηκε η υπ’ αριθμ. 357/84/12.12.1996 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Τριπόλεως και καθορίστηκε ότι οι ημέρες εργασίας που αντιστοιχούσαν στην κατασκευή της οικοδομής των εργοδοτών ήσαν 2256.

3. Επειδή η κρινόμενη αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1039/2006 αποφάσεως του Ά Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ επίκληση του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 14 παρ. 2 του π. δ/τος 18/1989 [Ά 8], προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 2434/1996.

4. Επειδή η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και περαιτέρω ερευνητέα.

5. Επειδή το άρθρο 55 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι «Στη δίκη της αναίρεσης δεν συγχωρείται παρέμβαση». Η διάταξη αυτή απαγορεύει την παρέμβαση σε δίκη, ανοιγείσα με άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας [Σ.Ε. 3885/2005, 3542/2003 Ολομ. κ.α.]. Επομένως η από 18-01-2007 ασκηθείσα το πρώτον ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέμβαση του Σωματείου με την επωνυμία «Ομοσπονδία Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων Ελλάδος» [Ο.Ο.Σ.Ε.Ε.] το οποίο, άλλωστε, δεν είχε διατελέσει διάδικος στη δίκη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Εξ άλλου η παρέμφαση αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στην διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 2479/1997 [Ά 67], διότι, ναι μεν, κατά την διάταξη αυτή, σε δίκη ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία, ενόψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής αποφάσεως, τίθεται ζήτημα αν διάταξη νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον, σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το ζήτημα αυτό εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. [Σ.Ε. 3670/008 Ολομ.]. Εν προκειμένω δε το παρεμβαίνον σωματείο δεν ισχυρίζεται ότι είναι διάδικος σε άλλη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή διοικητικού δικαστηρίου όπου εκκρεμεί όμοιο ζήτημα συνταγματικότητας του άρθρου 23 του ν. 2434/1996 και συνεπώς ούτε υπό την εκδοχή αυτή, ασκείτε παραδεκτώς η κρινόμενη παρέμβαση.

6. Επειδή ο α.ν. 1846/1951 (Ά 179) προβλέπει στην παρ. 1 του άρ. 26 ότι δια την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων ευθύνεται επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν ο εργοδότης. Περαιτέρω, στην παρ. 5 του άρ. 8 του αυτού Α.Ν. 1845/1951 όπου προσδιορίζεται ειδικώς για την εφαρμογή των διατάξεων του νομοθετήματος αυτού, η έννοια του όρου «εργοδότης» ορίζεται ότι: «Εργοδότης α) Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, δια λογαριασμόν των οποίων τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν πρόσωπα προσφέρουν την εργασία των … γ) δια τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων), ως εργοδόται θεωρούνται δια μεν την καταβολήν των εισφορών ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρωμένου, μεταρρυθμιζομένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος δια δε την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 9 του αρ. 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα, εργολάβοι και υπεργολάβοι, τα προσλαμβάνονται και αμείβοντα τους ασφαλισμένους … στ) Επί έργου εκτελουμένου υπό του κυρίου αυτού δια μεσολαβούντων προσώπων, μεθ’ ων ούτος συνεβλήθη και άτινα αναλαμβάνουν την εκτέλεσιν τμήματος ή του συνόλου του έργου εφ’ όσον τα μεσολαβούντα πρόσωπα προσλαμβάνουν και αμείβουν τους εκτελεστάς αυτών, εργοδόται είναι αλληλεγγύως και ο κύριος του έργου και πάντα τα μεσολαβούντα πρόσωπα». Εξάλλου ο αυτός Α.Ν. 1846/1951 στην παρ. 2 του αρ. 26 ορίζει ότι «δι ησφαλισμένους μη έχοντας σταθερόν εργοδότη ως και επί αυτοτελώς εργαζόμενων ησφαλισμένων δύναται κατά τας διατάξεις κανονισμού οσάκις συντρέχουν ειδικοί προς τούτο συνθηκαι, να θεσπισθεί ίδιον σύστημα καταβολής των εισφορών …». Με την παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 2698/1953 (Ά315) προσετέθη στην ανωτέρω παράγραφο διάταξη, η οποία ορίζει τα εξής «ίδιον σύστημα καταβολής εισφορών δύναται ωσαύτως να θεσπισθή δια κανονισμού και δια την ασφάλισιν των εργατών οικοδομικών ή τεχνικών εν γένει εργασιών και των υπεργολάβων …». Επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής, περιελήφθησαν στον Κανονισμό Ασφαλίσεως του ΙΚΑ στο Κεφάλαιο Στ αυτού (μέρος δεύτερο) τα αρ. 35 έως 56 με τα οποία θεσπίσθηκε ιδιαίτερος τρόπος ασφαλίσεως υπολογισμού και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των απασχολούμενων σε οικοδομικές και τεχνικές εν γένει εργασίες πάσης φύσεως. Επακολούθησε ο Ν 1902/1990 (Ά 138). με την διάταξη της παρ. 6 του άρ. 21 του οποίου αντικαταστάθηκε η πρώτη περίοδος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρ. 26 α.ν. 1846/1951 (προστεθείσα με την παρ. 2 του άρ. 40 του ν.δ. 2698/1953). Σύμφωνα με τη νεότερη αυτή διάταξη: «Ίδιο σύστημα υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και καταβολής αυτών μπορεί να θεσπισθεί με κανονισμό και για την ασφάλιση των εργατών οικοδομικών ή τεχνικών εν γένει εργασιών και των υπεργολάβων». Κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής εξεδόθη η Φ. 21/2930/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (΄Β 686). Με την απόφαση αυτή αντικαταστάθηκαν τα αρ. 38, 39 και 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. και αναμορφώθηκε το σύστημα υπολογισμού των καταβλητέων στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλιση των απασχολούμενων σε οικοδομικά και τεχνικά έργα. Ειδικότερα με την παρ. 1 της αποφάσεως αυτής, η οποία αντικατέστησε τα αρ. 38 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. προβλέφθηκε ο τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών επί της εργατικής δαπάνης, η οποία αντιστοιχεί σε έναν ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας, ο οποίος εξευρίσκεται επί τη βάσει συντελεστών που προβλέπονται από τους πίνακες 1,2 και 3 οριζομένου ότι: οι πίνακες 1 και 2 εφαρμόζονται στις συνήθεις περιπτώσεις έργων, στα οποία δεν υπάρχει αναλυτικός προϋπολογισμός των εκτελούμενων εργασιών, ο δε πίνακας 3 εφαρμόζεται σε έργα εκτελούμενα με αναλυτικό προϋπολογισμό (επισκευές – αναδιαρρυθμίσεις κ.λπ.). Ειδικότερα α) Στον πίνακα 1 περιλαμβάνονται οι συντελεστές υπολογισμού των κατ’ ελάχιστα υποχρεωτικά απαιτούμενων ημερών εργασίας σε ενδιάμεσες φάσεις και στο σύνολο και στο σύνολο για επιφάνειες χώρων βασικής χρήσης, β) Στον πίνακα 2 περιλαμβάνονται οι συντελεστές αναγωγής επιφανειών ειδικών χώρων σε χώρους βασικής χρήσης γ) Στον πίνακα 3 περιλαμβάνονται οι συντελεστές υπολογισμού των κατ’ ελάχιστα υποχρεωτικά απαιτούμενων ημερών εργασίας με βάση τις ποσότητες των εργασιών. Με την παρ. 2 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, η οποία αντικατέστησε το αρ. 39 του κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. ορίσθηκε μεταξύ άλλων, η καταβολή από τους βαρυνόμενους με την καταβολή εισφορών, προκειμένου περί ιδιωτικών οικοδομικών και τεχνικών εργασιών, προκαταβολής ποσού εισφορών, το οποίο αναλογεί στην εργατική δαπάνη των 5% των καθοριζόμενων στο αρ. 38 του Κανονισμού ημερών εργασίας καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής της προκαταβολής. Περαιτέρω, με την παρ. 3 της αυτής αποφάσεως, που αντικατέστησε το αρ. 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. προβλέπονται οι περιπτώσεις που ο κύριος του έργου ή ο εργολάβος υποχρεούται να καταβάλει επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές, ως και οι περιπτώσεις που υφίσταται υποχρέωση επιστροφής τυχόν επιπλέον καταβληθεισών εισφορών ως αχρεωστήτως καταβληθεισών. Με την υπ’ αριθμ. 3309/1996 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις της υπουργικής αποφάσεως ευρίσκουν κατ’ αρχάς έρεισμα επί της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν.1902/1990, εφόσον η έκταση της επιφάνειας του έργου σε συνδυασμό προς το είδος του έργου και τη φύση της εργασίας συνιστούν κατά κοινή πείρα, αντικειμενικούς και πρόσφορούς προσδιοριστικούς παράγοντες για την εξεύρεση των απαιτούμενων για την κατασκευή του οικοδομικού έργου ημερών εργασίας. Περαιτέρω όμως με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η παράγραφος 3 της υπουργικής αποφάσεως, στο μέτρο που προβλέπετε εκκαθάριση των καταβληθεισών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, εισφορών, ως και την επιστροφή της διαφοράς εισφορών μεταξύ των υπολογισθεισών και καταβληθεισών εισφορών σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και των εισφορών που αναλογούν στις πραγματικές αποδοχές που καταβλήθηκαν στους απασχοληθέντες σε οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες μόνο στις περιωριστικώς αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή περιπτώσεις και όχι σε κάθε περίπτωση είναι ατελής και ακυρωτέα, διότι, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν. 1902/1990 δεν εσκοπήθη η καταβολή στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών που είναι ανώτερες, κατά ποσό, από την πραγματική εργατική δαπάνη, αφού και η διάταξη αυτή του Ν. 1902/90 που αφορά αποκλειστικά στις ασφαλιστικές εισφορές δεν προβλέπει τίποτε για τον ασφαλισμένο, υπέρ του οποίου αυτές καταβάλλονται, αλλά και δεν έκαμψε τη γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, που μπορεί να καμφθεί μόνο με ρητή αντίθετη διάταξη του νόμου, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. καταβάλλονται υπέρ συγκεκριμένου προσώπου που υπάγεται στην ασφάλιση του ιδρύματος, λόγω της εργασίας που πρόσφερε το πρόσωπο αυτό σε ορισμένο χρονικό διάστημα. Τέλος με το άρθρο 23 του Ν. 2434/1996 (Ά 188), ισχύοντος από 19-8-1996, προσετέθησαν, μετά το εδάφιο α της παρ. 2 του άρθρου 25 του α.ν. 1846/0951 και προ των δύο τελευταίων εδαφίων της ίδιας παραγράφου, εδάφια β, γ και δ, τα οποία ορίζουν τα εξής «Για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες οι κατ’ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές υπολογίζονται με βάση τις ημέρες εργασίας που απαιτούνται για την κατασκευή τους, όπως οι μέρες αυτές προσδιορίζονται από τον Κανονισμό που προβλέπει η ά περίοδος του ΄β εδαφίου της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του αρ. 21 Ν. 1902/1990. Οι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας, χωρίς να συναρτώνται κατ’ ανάγκη με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου, λογίζονται ως πραγματοποιηθείσες και οι αναλογούσες σ’ αυτές εισφορές καθίστανται απαιτητές χωρίς καμία περαιτέρω εκκαθάριση, πλην αν ρητώς με διάταξη νόμου ή κατ’ εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέντος κανονισμού ορίζεται άλλως. Εφόσον όμως μεταγενεστέρως για την ίδια εργασία διαπιστώθηκε απασχόλησης συγκεκριμένων προσώπων σε ημέρες πρόσθετες των ήδη δηλωθεισών, για την οποία έχουν ήδη υπολογισθεί οι κατ’ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές για καθεμία από τις ημέρες αυτές συμψηφίζεται το ποσό των εισφορών που έχει ήδη υπολογισθεί για αυτήν. Για κάθε υπολογισμό ελάχιστων καταβλητέων εισφορών που έγινε από 1-1-1993 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος ως και οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν ωσαύτως μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος και δε δηλώθηκε απασχόληση, ισχύουν οι παρούσες διατάξεις». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως του Ν. 2434/96, διατηρείται το σύστημα υπολογισμού των και ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων καθορισμού των απαιτούμενων ημερών εργασίας για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και τις οικοδομικές εργασίες που προβλέπει η ανωτέρω υπουργική απόφαση Φ. 421/2930/24-11-1992. Περαιτέρω με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως προβλέπεται κατ’ αρχήν, καμπτομένης ρητώς της προαναφερθείσης γενικής αρχής του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούν στη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου σε οικοδομικό έργο ή εργασίες, ότι οι εισφορές που αναλογούν στις κατά τον τρόπο αυτό υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας είναι απαιτητές, χωρίς περαιτέρω εκκαθάριση εκτός αν ρητώς ορίζεται το αντίθετο με την διάταξη του νόμου ή κανονισμού που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, διατηρουμένων, συνεπώς, των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 3 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως εξαιρέσεων. Στην συνέχεια, όμως, το αυτό εδάφιο προβλέπει ότι είναι δυνατή μεταγενεστέρως η καταβολή επιπλέον εισφορών, πέραν των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων από τον υπόχρεο εργοδότη, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε διαπιστωθεί ότι για το συγκεκριμένο οικοδομικό έργο ή εργασίες απασχολήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα σε ημέρες οι οποίες υπερβαίνουν κατ’ αριθμό τις υπολογισθείσες βάσει του συστήματος που καθιερώνεται με την υπουργική απόφαση, το οποίο προβλέπετο επίσης στην απόφαση αυτή. Τέλος με το τρίτο εδάφιο της διατάξεως ορίζεται ότι ο καθιερούμενος με αυτή τρόπος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών ισχύει για κάθε υπολογισμό που έγινε από 1-1-1993 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της υπουργικής αποφάσεως του 1992), όπως και για τα οικοδομικά έργα και εργασίες που εκτελέσθηκαν μέχρι την δημοσίευση του νόμου (20-8-1996).

7. Επειδή οι ασφαλιστικές εισφορές επιβάλλονται χάριν της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων σ’ αυτούς και τους εργοδότες που τους απασχολούν δε συνιστούν φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος (Σ.Ε. 832/86 Ολομ.) και κατά συνέπεια η αναδρομική επιβολή τους δεν προσκρούει στον περί απαγορεύσεως της αναδρομικής επιβολής φόρου κανόνα του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Επομένως η δια του τελευταίου (τρίτου εδαφίου) της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 2434/96 αναδρομική ρύθμιση του τρόπου υπολογισμού των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών από τους εργοδότες για τα υπέρ αυτών εκτελούμενα οικοδομικά έργα ή εργασίες δεν προσκρούει ούτε στην προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2, ούτε στην αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών, ούτε, εξάλλου, συνιστά η ρύθμιση αυτή, ανεπίτρεπτη αναδρομική κύρωση της προαναφερθείσης και εν μέρει ακυρωθείσης με την υπ’ αριθμ. 3309/96 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. Φ.21/2930/24-11-1992 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον δια του Ν. 2434/96 εισάγεται ουσιαστικώς νέα ρύθμιση, η οποία αποσυνδέεται από την αρχή την οποία υιοθετούσε η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν. 1902/90, βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν μέρει ακυρωθείσα υπουργική απόφαση, της αντιστοιχίας των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών προς εργασία συγκεκριμένου ασφαλισμένου, ενώ δεν καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεις που αφορούν στην εφαρμογή της υπουργικής αποφάσεως.

8. Επειδή με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά την οποία «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει» καθιερώνεται η αρχή ότι η καταβολή εισφοράς κοινωνικής ασφαλίσεως στοιχεί προς τη συγκεκριμένη [εξ απόψεως χρόνου, είδος και αμοιβής] απασχόληση ορισμένου προσώπου και, συνεπώς, είναι μεν, κατά την προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη επιτρεπτή η θέσπιση συντάγματος προσδιορισμού βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ανταποκρινόμενων στα δεδομένα της κοινής πείρας, των εισφορών που οφείλονται από συγκεκριμένο εργοδότη για συγκεκριμένο εργαζόμενο, τούτο, όμως εν όψει και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να παρέχεται και στον εργοδότη η δυνατότητα να ανταποδείξει ότι απασχόλησε πράγματι συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο αντιστοιχούν οι υπ’ αυτού οφειλόμενες εισφορές ως εκ του χρόνου και του είδους της απασχολήσεως και της αμοιβής αυτού. Τούτο δε προϋποθέτει, περαιτέρω, ότι ο εργοδότης θα τηρεί επακριβώς τα στοιχεία που η σχετική ασφαλιστική νομοθεσία τον υποχρεώνει να τηρεί, ούτως ώστε να εκπληρώνεται η τήρηση της αρχής που προαναφέρθηκε, δηλαδή η αντιστοιχία της οφειλόμενης εισφοράς προς την απασχόληση συγκεκριμένου εργαζομένου. Ειδικότερα και επί των εισφορών που οφείλονται για τα οικοδομικά έργα, πρέπει να προέρχεται η δυνατότητα στον υπόχρεο εργοδότη να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του Ι.Κ.Α. και των δικαστηρίων, επί την βάσει των στοιχείων, στην επακριβή τήρηση των όποιων υποχρεούται με την υπ’ αριθμ. Β1/21/2138/1979 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών [΄Β716], ότι απασχόλησε συγκεκριμένους εργαζόμενους στα έργα αυτά για συγκεκριμένες ημέρες εργασίας, των οποίων ο αριθμός μπορεί και να υπολείπεται από αυτόν που προκύπτει από την εφαρμογή για συγκεκριμένο οικοδομικό έργο του συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2434/1996. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 23 του ν. 2343/1996, η οποία προβλέπει την δυνατότητα ανταποδείξεως εκ μέρους του εργοδότη μόνον σε όλως εξαιρετικές και περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, όχι δε σε κάθε περίπτωση, είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 22 παρ. 5 παρατέθηκαν προηγουμένως. Αν και κατά την γνώμη του Προέδρου και των Συμβούλων Γ. Παπαμεντζελόπουλου, Δ. Πετρουλιά, Α. Ράντου, Δ. Μαρινάκη, Σ. Χαραλάμπους, Μ. Καραμανώφ, Α Σακελλαροπούλου, Κ. Βιολάρη, Α. Καραμιχαλέλη, Κ. Ευστρατίου,Μ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμεκά ως και Σ. Μαρκάτη, προς την οποία συνετάχθησαν και οι πρόεδροι με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζομένου πληθυσμού της Χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Κατά την επιδίωξη δε του σκοπού αυτού ο κοινός νομοθέτης έχει ευρεία εξουσία για την ρύθμιση των σχετικών θεμάτων, υποκινούμενος μόνο σε περιορισμούς που επιβάλλονται από άλλες συνταγματικές διατάξεις (βλ. Σ.τ.Ε. 2180/2004 Ολομ.). Συνεπώς, με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να προβαίνει στις, κατά την κυρίαρχη του εκτίμηση, επιβαλλόμενες ρυθμίσεις για τον σχηματισμό και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου, που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση ενός δίκαιου και βιώσιμου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Βεβαίως ο από το άρθρο αυτό, στο οποίο απλώς και μόνον προβλέπεται γενικώς ότι « Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως ο νόμος ορίζει», δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι απορρέει συνταγματική αρχή, σύμφωνα με την οποία οι καταβαλλόμενες για ορισμένες εργασίες ασφαλιστικές εισφορές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καθορίζονται σε συνάρτηση με την απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων. Άλλωστε, σχετικά με την προγενέστερη ρύθμιση αντικειμενικού καθορισμού ελάχιστων οφειλόμενων προς το Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών, η αρχή, σύμφωνα με την οποία οι ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλοντες υπέρ συγκεκριμένων προσώπων συνιστά γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης, καμπτομένην μόνον δια ρητής περί του αντιθέτου διατάξεως νόμου. Επομένως, ο κοινός νομοθέτης ενεργώντας στα πλαίσια της ευρείας εξουσίας που του παρέχει το Σύνταγμα, δεν κολλιέται, μετά από εκτίμηση ιδιαιτέρων συνθηκών παροχής εργασίας κατά την εκτέλεση ορισμένων έργων, να θεσπίσει, με γνώμονα την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου, σύστημα αντικειμενικού υπολογισμού ελαχίστων οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α., μη συναρτώμενων με την απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων, επί την βάσει ημερών εργασίας, οι οποίες καθορίζονται με αντικειμενικά και πρόσφορα, κατά κοινή πείρα, για το σκοπό αυτό, κριτήρια. Εν όψει αυτού, δηλαδή εφόσον, κατά τα ανωτέρω, από την ειδική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος δεν απαγορεύεται ο αντικειμενικός καθορισμός ελαχίστων καταβλητέων εισφορών για την εκτέλεση ορισμένου έργου, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ως εκ του ότι, στον υπόχρεο εργοδότη δεν παρέχεται, πάντοτε, η δυνατότητα να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές χαμηλότερες των ελαχίστων αντικειμενικώς καθοριζομένων, αποδεικνύοντας ότι για το εκτελεσθέν έργο, απασχόλησε συγκεκριμένους εργαζόμενους για ημέρες εργασίας που υπολείπονται των αντικειμενικώς υπολογιζόμενων. Με την αντίθετη εκδοχή επέρχεται ουσιαστικά ανατροπή του αντικειμενικού καθορισμού των ελάχιστων οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, του οποίου όμως η θέσπιση, κατά την γνώμη αυτή, επιτρέπεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (ποβλ. και Σ.τ.Ε. 1037/1988, Ολομ. για αμάχητο τεκμήριο φοροδοτικής ικανότητας). Εξ άλλου με την ρύθμιση αυτή η ασφαλιστική εισφορά δεν μετατρέπεται σε φορολογία υπέρ του Ι.Κ.Α. (Σ.τ.Ε. 2089/1967 Ολομ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με το άρθρο 23 του Ν. 2434/1996, σε συνδυασμό με τις οικίες διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης Οικοδομών του Ι.Κ.Α. στις οποίες παραπέμπει ο εν λόγω νόμος, θεσπίζεται σύστημα αντικειμενικού καθορισμού των κατ’ ελάχιστον οφειλόμενων προς το Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών για τα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και εργασίες, χωρίς δηλαδή οι καταβλητέες ελάχιστες εισφορές να συναρτώνται, κατ’ ανάγκη, με την απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 23 του Ν. 2434/1996, με το οποίο ο κοινός νομοθέτης ακολούθησε, κατά τούτο, την προαναφερόμενη απόφαση 3309/1996 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο καθορισμός των εισφορών αυτών γίνεται επί την βάσει των κατ’ ελάχιστον απαιτούμενων, για την εκτέλεση συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, ημερών εργασίας, οι οποίες εξευρίσκονται με συντελεστές, συναρτώμενους με κριτήρια: το είδος του κτιρίου (ανάλογα με τη χρήση και τον τρόπο κατασκευής), όπως κατοικίες, γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, κλινικές, πρατήρια βενζίνης, βιομηχανικά ή βιοτεχνικά κτίρια κ.λ.π. η επιφάνεια του σε τετραγωνικά μέτρα και οι ενδιάμεσες φάσεις εργασιών, όπως χωματουργικά, τοιχοποιίες, επιχρίσματα, μαρμαρικά, επικαλύψεις κ.λπ. Προβλέπεται δε επιστροφή καταβληθεισών εισφορών σε περίπτωση, είτε μεταβολής του αρχικού σχεδίου ή διακοπής ή αναστολής των εργασιών, είτε αποδεδειγμένης προσωπικής απασχόλησης σα έργα του κυρίου του έργου και του πρώτου βαθμού συγγενών κατά τα, ειδικότερον, ορισμένα στο άρθρο 40 του Κανονισμού. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η ρύθμιση αυτή, η οποία υπαγορεύτηκε από τις ιδιαίτερες συνθήκες παροχής εργασίας στα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και την πρακτική αδυναμία επιτόπιων ελέγχων από τα όργανα του Ι.Κ.Α. σε όλα τα εκτελούμενα στην χώρα οικοδομικά έργα, cαποβλέπει δε στον, γενικότερου συμφέροντος, σκοπό της πάταξης της εισφοροδιαφυγής και της ανασφάλιστης εργασίας οικοδομών, κυρίως αλλοδαπών και, κατά συνεκδοχή, της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου, δεν προσκρούει στα άρθρα 22 παρ. 6 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με το προεκτεθέντα, ο αντικειμενικός καθορισμός των κατ’ ελάχιστον οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών για την εκτέλεση ορισμένου έργου δεν απαγορεύεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, τα δε προβλεπόμενα με την επίμαχη ρύθμιση κριτήρια είναι αντικειμενικά και όχι απρόσφορα, κατά κοινή πείρα, για το σκοπό αυτό. Εξ άλλου, το γεγονός ότι το δικαίωμα επιστροφής καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών επιτρέπεται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες είτε δεν εκτελέστηκε οικοδομικό έργο (και στο μέτρο που δεν εκτελέστηκε), για το οποίο είχαν υπολογιστεί εισφορές, είτε εκτελέστηκε με προσωπική απασχόληση του ίδιου του κύριου το έργου και των πρώτων βαθμών συγγενών του (και άρα δεν απασχολήθηκαν τρίτα πρόσωπα), δε συνιστά, κατά προεκτεθέντα, παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας

10. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιμβαλόμενη απόφαση: Στις 10-11-1993 η Τρίτη αναιρεσιβλητή που είναι κατασκευαστική εταιρία υπέβαλε στο υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Τρίπολης αναγγελία, σχετικά με την ανέγερση από αυτήν της επταόροφης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οδό Δ** της Τρίπολης, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των δύο πρώτων αναιρεσηβλητών, υποβάλλοντας μαζί και τον Πίνακα 1 του πολιτικού μηχανικού Χ . Λ. Ο Διευθυντής Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Τριπόλεως εξέδωσε την με υπ’ αριθμ. 7468/11-11-1993 απόφαση, με την οποία καθόρισε τις ελάχιστα απαιτούμενες ημέρες εργασίας για την κατασκευή του οικοδομικού αυτού έργου σε 3.928 και, ειδικότερα, σε 1.239 για τον οικοδομικό σκελετό, σε 417 για την τοιχοποιία, σε 668 για τα επιχρίσματα, σε 566 για τα δάπεδα, σε 632 για τους χρωματισμούς και σε 40 για την αποπεράτωση του κτιρίου και την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, σύμφωνα με τον υποβληθέντα πίνακα. Κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου οι αναιρεσιβλητοί ασφάλισαν εργατοτεχνικό προσωπικό για 2.256 ημέρες εργασίας και, ειδικότερα, 789 ημέρες για το οικοδομικό σκελετό, 236 για την τοιχοποιία, 408 για τα επιχρίσματα, 555 για τα δάπεδα, 252 για τους χρωματισμούς και 16 για τον περιβάλλοντα χώρο. Με την 58/3-1-1996 αίτηση τους προς το Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Τρίπολης οι αναιρεσιβλητοί γνωστοποίησαν την αποπεράτωση του έργου και ζήτησαν να αναμορφωθεί ανάλογα η προαναφερόμενη απόφαση του Διευθυντή. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με το 58/8-1-1996 έγγραφο του Ι.Κ.Α. με την αιτιολογία ότι ο υπολογισμός των απαιτούμενων ημερών εργασίας έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 38 παρ.1 και αρ. 39 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. Στη συνέχεια, μετά την δημοσίευση του Ν. 2434/1996 συντάχτηκέ από 3-10-1996 έκθεση ελέγχου και εκδόθηκαν οι με αριθμούς 7079 και 7080/3-10-1996 πράξεις επιβολής εισφορών, με τις οποίες καταλογίστηκαν στους αναιρεσιβλητούς εισφορές ποσού 9.417.369 δρχ. υπέρ Ι.Κ.Α. και 3.871.000 υπέρ ΕΛΔΕΟ, αντίστοιχα για 1659 ημέρες εργασίας χρονικής περιόδου 1994-1995, υπέρ αγνώστων, προκειμένου να συμπληρωθούν οι κατ’ ελάχιστον απαιτούμενες ημέρες εργασίας που προσδιορίσθηκαν με την πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Τριπόλεως καθώς και προσαύξηση εισφορών οικοδομών (ΠΕΠΕΟ), ύψους 13.288.369 δρχ. σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 825/1978, γιατί δεν υπέβαλαν στο Ι.Κ.Α. εντολές ασφάλισης με την σχετική ανακεφαλαιωτική κατάσταση για τις ανωτέρω εισφορές, μέσα σε 10 ημέρες από το τέλος του ημερολογιακού μήνα της απασχόλησης. Κατά των πράξεων αυτών οι αναιρεσιβλητοί υπέβαλαν ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι οι απασχοληθέντες στην οικοδομή τους ασφαλίστηκαν για όσες ημέρες εργάστηκαν και ότι πρέπει να γίνει τελική εκκαθάριση των οφειλόμενων εισφορών με βάση τα πραγματικά ασφαλιστικά δεδομένα. Η Τοπική Ασφαλιστική Επιτροπή με την 357 συν. 84/12-12-1996 απόφαση της δέχτηκε εν μέρει την ένσταση και έκανε δεκτό ότι πρέπει να αφαιρεθούν 159 ημέρες εργασίας που αφορούν στον περιβάλλοντα χώρο και 152 που αφορούν σε επιχρίσματα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν προσφυγές, τόσο από τους αναιρεσιβλητούς, όσο και από το Ι.Κ.Α. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, συνεκδικάζοντας τις αντίστοιχες προσφυγές του αναιρεσείοντος και των ανερεσιβλητών, απέρριψε την προσφυγή του Ι.Κ.Α., δέχτηκε εκείνη των αναιρεσιβλητών, μεταρρύθμισε την 357/συν.84/1996 απόφαση της Τ.Δ.Ε. και καθόρισε τις ημέρες εργασίας που απαιτήθηκαν για την κατασκευή της οικοδομής τους σε 2.256 για τις οποίες είχαν είδη καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές. Το Διοικητικό Εφετείο Τριπόλεως, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση από το Ι.Κ.Α. απέρριψε κατ’ αρχήν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλητών ότι με το άρθρο 23 του Ν. 2434/96 επιχειρείτε συνταγματικά ανεπίτρεπτη κύρωση της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, Φ.21/2930/1992, η οποία εκδόθηκε κατ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδοτήσεως, αφού η διάταξη αυτή αποτελεί αυτοτελή ουσιαστική ρύθμιση τυπικού νόμου με αναδρομική ισχύ, πράγμα που δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα και ότι η διάταξη αυτή είναι αντίθετη προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την επιβολή φόρου ή άλλου οικονομικού βάρους με νόμο αναδρομικής ισχύος, αφού οι εισφορές που επιβάλλονται στους εργοδότες χάριν της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν συνιστούν φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος, κατά την έννοια της προαναφερθείσης συνταγματικής διατάξεως. Στην συνέχεια, το Διοικητικό Εφετείο, όμως έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2434/1996, είναι αντίθετη προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, γιατί περιορίζει ουσιωδώς τις δυνατότητες του προσωπικού που βαρύνεται με τις ασφαλιστικές εισφορές να αποδείξει ότι οι ημέρες εργασίας που απαιτήθηκαν πράγματι για την αποπεράτωση του έργου είναι λιγότερες από εκείνες που προσδιορίσθηκαν με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, δεδομένου ότι στην πράξη οι δυνατότητες ανταπόδειξης ότι πραγματοποιήθηκαν λιγότερες ημέρες εργασίας από εκείνες που προσδιορίσθηκαν εκμηδενίζεται από το γεγονός ότι οι περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις του επιτρεπτού επιστροφής ασφαλιστικών εισφορών που υπερβαίνουν τις αναλογούσες στις πραγματικές ημέρες απασχόλησης είναι σπάνιες, πλην της περίπτωσης της προσωπικής απασχόλησης του κύριου του έργου ή του πρώτου βαθμού συγγενών του. Εν όψει δε της διαπιστωθείσης αντιθέσεως του άρθρου 23 του Ν. 2434/96 προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, απέρριψε την έφεση του Ι.Κ.Α. και επεκύρωσε την πρωτόδικο απόφαση, η οποία καθόρισε τις ημέρες εργασίας που απαιτήθηκαν για την κατασκευή τις οικοδομής των αναιρεσιβλητών στον αριθμό που προέκυπτε από τα τηρηθέντα απ’ αυτούς στοιχεία.

11. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών περί της αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 2434/1996 προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος νομίμως, έστω και με διαφορετική δικαιολογία, εδέχθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως ότι η επίμαχη διάταξη του Ν. 2434/1996 είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και, άρα, μη εφαρμοστέα, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου μοναδικού λόγου αναιρέσεως του Ι.Κ.Α.

12. Επειδή, εφόσον οι αναιρεσιβλητοί παρέστησαν και ενώπιον του Ά Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπέρ αυτών δικαστική δαπάνη πρέπει να καθοριστεί σε εννιακόσια είκοσι [920] ευρώ.

 

Δια ταύτα.

 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

 

Απορρίπτει την ασκηθείσα παρέμβαση.

 

Επιβάλλει συμμέτρως στο αναιρεσείον Ι.Κ.Α. και στο παρεμβαίνων Σωματείο την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι [920] ευρώ, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2007.

 

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Γ. Παναγιωτόπουλος Γ. Σακελλαρίου

 

Και η απόφαση δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 2008.

 

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας

Γ. Παναγιωτόπουλος Β. Μανωλόπουλος

 

Πρόεδρος: Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δικηγόροι: Β. Σουλιώτης, (ΝΣΚ), Χ. Μπρισκόλας (ΝΣΚ), Ι. Γουσέτης – Σ. Βλαχόπουλος

Εισηγητές: Ε. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Λήμματα: Ασφάλιση Ι.Κ.Α., Ασφάλιση απασχολούμενων, σε οικοδομικά και τεχνικά έργα, Αναδρομική εισφορών, Συνταγματικότητα ρύθμισης, Σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού ασφαλιστικών εισφορών, Αντισυνταγματικότητα διατάξεων άρθρου 23 ν. 2434/1996

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Διμοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ Έτος:2008 Τόμος: 52 Σε

ΔΕΛΤΙΟ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Έτος: 2008 Τόμος: 56

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

 

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ Αριθμός Έτος Άρθρο Π

  1. «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» 1975 22 5
  2. «ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ» 1846 1951 26 1
  3. «ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ» 1846 1951 8 5
  4. ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Φ21/2930 1992 0
  5. «ΣΥΝΤΑΓΜΑ» 1975 78 2

1975 20 1

2434 1996 23

2434 1996 23

 

 

 

 

 


DIGILINK